23.5.06

ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΜΟΥ Ο ΒΑΣΚΕΣ





"Ονειροπολώντας σήμερα, δίχως σκοπό και δίχως αξιοπρέπεια (...), με φαντάστηκα απελευθερωμένο για πάντα από τη Ρούα ντους Ντοραδόρες, από το αφεντικό μου Βάσκες, από το λογιστή Μορέιρα, από τους υπαλλήλους όλους, τον κλητήρα, το παιδί για όλες τις δουλειές και από το γατί. (...)
Αλλά, ξαφνικά, και μέσα στο ίδιο το όνειρο που έφτιαχνα σε ένα καφενείο την ώρα της ταπεινής μου μεσημεριανής διακοπής, μια αίσθηση στεναχώριας κατέκλυσε τη φαντασία μου: ένιωσα πως θα λυπόμουν. Ναι, το λέω με μιά λέξη όπως και με χίλιες: θα λυπόμουν. Ο Βάσκες, το αφεντικό, ο λογιστής Μορέιρα, ο ταμίας Μπόρχες, όλα τα καλά παιδιά, ο κεφάτος κλητήρας που πηγαίνει τα γράμματα στο ταχυδρομείο, το παιδί για όλες τις δουλειές, ο γάτος, χαδιάρης - όλα τούτα έχουν γίνει τμήμα της ζωής μου, δεν θα μπορούσα να τα αφήσω όλα πίσω μου χωρίς να κλάψω, χωρίς να συνειδητοποιήσω πως, όσο άσχημος κι αν μου φαινόταν, ο μικρός αυτός κόσμος ήταν ένα κομμάτι της ζωής μου που θα έμενε μαζί τους, πως αν τους αποχωριζόμουνα θα ήταν μισός θάνατος, μια απομίμηση θανάτου.
Κι ύστερα, αν τους εγκατέλειπα όλους κι έβγαζα από πάνω μου αυτή τη στολή της Ρούα ντους Ντοραδόρες, από πού θα πιανόμουν; Γιατί από κάπου θα έπρεπε να πιαστώ. Και ποιά στολή θα φόραγα; γιατί κάποια άλλη θα έπρεπε να φορέσω.
Όλοι έχουμε ένα αφεντικό, έναν Βάσκες, για άλλους ορατό και για άλλους αόρατο. Ο δικός μου λέγεται Βάσκες, και είναι ένας άνθρωπος υγιής, ευχάριστος, απότομος πολλές φορές στην εξωτερική του συμπεριφορά αλλά όχι και στο βάθος του, που φροντίζει το συμφέρον του χωρίς όμως να γίνεται άδικος, με μια αίσθηση δικαιοσύνης που λείπει από πολλά μεγάλα μυαλά και από πολλά ανθρώπινα θαύματα του πολιτισμού, δεξιά και αριστερά. Για άλλους μπορεί να είναι η ματαιοδοξία, το ακόρεστο πάθος για τα πλούτη, η δόξα, η αθανασία... Εγώ προτιμώ έναν Βάσκες, ανθρώπινο, που στις πιό δύσκολες ώρες είναι πιο προσιτός από όλα τα ιδεατά αφεντικά του κόσμου.
(...) αλλά καθώς στη ζωή μας δεν μπορούμε παρά να είμαστε αντικείμενα εκμετάλλευσης, αναρωτιέμαι αν αξίζει λιγότερο τον κόπο να με εκμεταλλεύεται ο υφασματέμπορος Βάσκες από τη ματαιοδοξία, τη δόξα, την απογοήτευση, το φθόνο ή το αδύνατο να γίνει. (...).
Καταφεύγω λοιπόν, όπως άλλοι κάνουν στο σπιτικό τους, μέσα σ' αυτό το ξένο σπίτι, το ευρύχωρο γραφείο της Ρούα ντους Ντοραδόρες. Οχυρώνομαι πίσω από το γραφείο μου - χαράκωμα ενάντια στη ζωή. Αισθάνομαι τρυφερότητα, τρυφερότητα μέχρι δακρύων, γι' αυτά τα βιβλία, δικά μου και ταυτοχρόνως ξένα, όπου αφήνω τη γραφή μου, για το παλιό μελανοδοχείο που χρησιμοποιώ, για την γυρτή πλάτη του Σέργιου που φτιάχνει καταλόγους τιμών λίγο πιό 'κει. Τα αγαπώ όλα αυτά, ίσως γιατί δεν έχω τίποτα άλλο να αγαπήσω ή γιατί ίσως τίποτα δεν αξίζει την αγάπη μιας ψυχής - κι αν αυτό το συναίσθημα πρέπει κάπου να το απευθύνουμε, καλύτερα τότε να το δώσω στη φτωχή όψη του μελανοδοχείου μου παρά στην πλατιά αδιαφορία των άστρων."
Φερνάντο Πεσσόα, Το βιβλίο της ανησυχίας, μετάφραση Αννυ Σπυράκου, εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

2 σχόλια:

manosantonaros είπε...

Calamity, καλώς ήρθες. Νομίζω ότι είναι καιρός να σταματήσεις να βλέπεις αφεντικά και να μην αποδέχεσαι τα ... αίσχη της ζωής.
Φχαριστήσου το ρε παιδί μου.
Αλλωστε μια ... γκαμήλα μπορεί να μας πάει παντού. Μέχρι την όαση!
Πάρε ενα μπυκάλι τσίλι (όπως ο Μπίλι ο Τρομερός) και ...δραπέτευσε.

Hurricane Lily είπε...

Καλημέρα, Μάνο! Χαχαχα ... Άσε, για την ώρα ζω το δράμα του πρωτάρη "μπλόγκερ". Υπάρχει ΑΛΛΗ Calamity Jane, με δικό της μπλογκ. Οπότε, γίνομαι σκέτη Calamity για λίγο, μέχρις ευρέσεως καλύτερου ... ονόματος. Φιλιά!