24.7.06

BACK IN TOWN

Πήγα 10 μέρες διακοπές. Και βρήκα πάλι την Αστυλέγανδρο, το μικρό νησί των ονείρων μου, που το ανακαλύπτω κάθε καλοκαίρι σε άλλη θέση. Το βρήκα και φέτος, ευτυχώς.
Και ένιωσα μια μεγάλη επιθυμία να τα παρατήσω όλα και να εγκατασταθώ εκεί μόνιμα να βόσκω κατσίκες (ποιός, εγώ, που δεν έχω ιδέα από εξοχές και βουκολικές δραστηριότητες, που μεγάλωσα μέσα στα μπετά και την τηλεόραση και που μόλις δω κατσαρίδα μπορεί και να λιποθυμίσω ακαριαία). Πρώτη φορά μου βγήκε τόσο έντονα η επιθυμία να φύγω από την πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Περίεργο. (Ίσως δεν ήταν αρκετές οι διακοπές).

Παλιότερα είχα άλλη νοοτροπία. Μου άρεσε να ζω στη μεγαλούπολη, την πρωτεύουσα. Το κέντρο των εξελίξεων. Μου άρεσε που ενημερωνόμουν, που έβλεπα παραστάσεις και ταινίες, που μάθαινα τις μόδες, τα πολιτικά, που έπεφτα στις διαδηλώσεις στο κέντρο. Που τάγκιαζε το καυσαέριο στον ουρανίσκο μου. Αθήνα, πρωτοπορία. Νέες ιδέες, όλοι οι μοντερνισμοί και οι εξελίξεις. Μαγαζιά, διαφορετικοί άνθρωποι, ποικιλία σε όλα. Συναυλίες. Εκθέσεις. Ψωνάρες, φλώροι, καλλιτεχνόβιοι, γιάπηδες, κουλ τύποι, κάθε καρυδιάς καρύδι. Και μοναξιά. Σκληρή πόλη, ηλιοβασίλεμα πάνω από τις ράγες του τραίνου στο Μοναστηράκι, και στο βάθος πολυκατοικίες γκρίζες και δάσος από κεραίες.

Αντιγράφω τα λόγια του μοναχικού, σκληρού ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου:

«... Μια φωνή μέσα μου μου έλεγε να μην ανακατευτώ, αλλά ποτέ μου δεν την άκουσα. Διαφορετικά θα είχα μείνει στην πόλη που γεννήθηκα, θα δούλευα σ ένα σιδεράδικο, θα παντρευόμουνα την κόρη του αφεντικού, θα είχα πέντε παιδιά, θα τους διάβαζα Μίκυ Μάους την Κυριακή το πρωϊ, θα τους έριχνα μια σφαλιάρα για κάθε τους παραστράτημα, θα καυγάδιζα με τη γυναίκα μου για το χαρτζιλίκι τους και για τα προγράμματα στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο που θα τους επιτρέπαμε να παρακολουθούνε. Μπορεί να είχα γίνει πλούσιος, πλούσιος για τα μέτρα της μικρής μας πόλης, μ’ ένα σπίτι με οκτώ δωμάτια, δύο αυτοκίνητα, κοτόπουλο κάθε Κυριακή, το Readers Digest στο τραπέζι του λίβιγκ ρούμ, μια γυναίκα με ατσάλινη περμανάντ κι εγώ με ένα μυαλό σα σάκο τσιμέντων Πόρτλαντ.
Σας τα χαρίζω. Προτιμώ τη μεγάλη, πρόστυχη, διεφθαρμένη πόλη.»
(Από τον επίλογο του Ανδρέα Αποστολίδη στο βιβλίο του Ρέημοντ Τσάντλερ Αντίο, γλυκιά μου)

7.7.06

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Φεύγω παιδιά. Πρώτα ο Θεός, μπαίνω το βράδυ σε ένα από αυτά τα σαπιοκάραβα που έχουν απομείνει στις ακτογραμμές μας, με το sleeping bag και τη σκηνή, και πάω... κι όπου μας βγάλει.

Θα πάρω μαζί μου ένα χοντροβιβλίο, τον "Οδυσσέα" του James Joyce. Δεν ξέρω αν θα το καταφέρω ή αν θα μου πέσει βαρύ... Ρώτησα και μερικούς βιβλιόφιλους μπλόγκερ στο μπλογκ της Annabooklover. Και έγραψαν ότι είναι βαρύ για την παραλία, θέλει λέει χειμώνα και τζάκι. Αλλά θα δούμε ...

Η άλλη επιλογή μου ήταν το "Ανθρωπος χωρίς ιδιότητες", επίσης βαρύ...

Παίρνω μαζί μου τις θολοκουλτούρες, για να κάνω ... εντύπωση (!). Και μετά κοιτάζω τι διαβάζουν οι άλλοι στην παραλία και τους βουτάω τα αστυνομικά ή τα αισθηματικά τους μυθιστορήματα ("συγγνώμη, να ρίξω μια ματιά;") και τα καταβροχθίζω στα γρήγορα!

Για χρόνια έσερνα μες την άμμο το "Ευρώπη - σκοτεινή ήπειρος" του Μαρκ Μαζάουερ χωρίς να καταφέρνω να το τελειώσω (που κατά τα λοιπά είναι πολύ καλό, ιστορικό βιβλίο, ο Μαζάουερ είναι ιστορικός και αναλύει πολύ καλά τον ευρωπαϊκό 20 αιώνα). Και κατέληγα με τα "Ανεμοδαρμένα Υψη" της φίλης μου, ή τον "Ιούδα που φιλούσε υπέροχα" που είχε κάποιος άλλος (αυτό το τελευταίο το διάβασα με ταχύρρυθμη ανάγνωση, αλλά δεν ήταν κακό).

Ολα αυτά γίνονται για το συγγραφιλίκι, τις αυταπάτες που έχω ότι κάπου, κάπως, κάποτε θα γράψω κάτι κι εγώ. Διαβάζω λοιπόν τον ... ανταγωνισμό. Μαρσέλ Προυστ, αλλά και Νταν Μπράουν. Πέρυσι ή πρόπερσι το καλοκαίρι διάβασα το "Μόμπυ Ντικ" (πολύ καλό, και πολύ επίκαιρο για την Αμέρικα!).

Μου μένουν αυτά τα δύο μεγάλα κλασσικά μυθιστορήματα, ο "Οδυσσέας" και "ο Ανθρωπος χωρίς ιδιότητες"... θα πάρω κάποιο απ' αυτά να το παλέψω ... Και καμμιά φορά αυτό που το νομίζεις βαρύ, δυσνόητο, αποκαλύπτεται δροσερό νεράκι, και πολύ οικείο... θα δούμε...

5.7.06

Μουντιάλ

Χα!
Δε λένε οι άντρες, ότι τάχα εμείς οι γυναίκες όλο συζητάααμε, συζητάαααμε και όλα τα αναλύουμε μέχρι ... κεραίας;
Δε λένε ότι "το κουράζουμε το θέμα";
Ότι κολλάμε σε κάτι ... λεπτομέρειες;
Δε μας κοροϊδεύουν που μιλάμε με τις ώρες στο τηλέφωνο με τις φίλες μας; Που πίνουμε καφέδες μαζί τους και κουβεντιάζουμε για τα γκομενικά μας ή για ρούχα και καλλυντικά;
Ενώ, λέει, εκείνοι δε γουστάρουν τις πολλές κουβέντες και τις αναλύσεις!
Εκείνοι είναι... "μπαμ - μπαμ"!
Θέλουν ένα ναι ή ένα όχι!
Είναι ξεκάθαροι! Θέλουν να ξεμπερδεύουν χωρίς πολλά λόγια! Και τέλοσπάντων αυτοί δεν ασχολούνται με βλακείες, καλλυντικά και κουτσομπολιά, προβληματίζονται μόνο για ... σοβαρά θέματα!
Ε, λοιπόν, έχετε δει ποτέ, ιδίως τώρα επί Μουντιάλ, αυτές τις αθλητικές εκπομπές (τύπου "Καφενείο των Φιλάθλων"), όπου είναι ένας τύπος στην οθόνη και παίρνει ο καθένας τηλέφωνο και λέει τη γνώμη του;
Το τι ανάλυση πέφτει, δε λέγεται! Διϋλίζουν τον κώνωπα! Και δώστου μπουρ - μπουρ - μπουρ, για τη στραβοκλωτσιά του τάδε ποδοσφαιριστή ή για το φάλτσο του δείνα! Μιλάμε για ώρες, ε! Και παρεμβαίνουν κι άλλοι, και σχολιάζουν τι είπε ο προηγούμενος, και διαφωνούν, και υπερθεματίζουν, και πέφτει βαθύς προβληματισμός, και δίνονται προεκτάσεις... Και βλέπεις και τον φίλο σου, τον - υποτίθεται - μορφωμένο, με τα πτυχία και τα PhD., να κάθεται μπροστά στην τηλεόραση και να παρακολουθεί τη συζήτηση σοβαρά - σοβαρά και περισπούδαστα λες και πρόκειται για τη ... σχάση του πυρήνα!
Άντε πες του τώρα αυτουνού, δειλά δειλά, να συζητήσετε "για τη σχέση σας".
"Αμάν, πια, εσείς οι γυναίκες, όλα τα κουράζετε, όλα τα αναλύετε!..."